ευνέτης

εὐνέτης, ὁ, θηλ. εὐνέτις, -ιδος (ΑΜ) [ευνή]
ευναστήρ*, σύζυγος («ἐστὲ γὰρ οὐ πειθοῡς εὐνέται, ἀλλὰ βίης», Ανθ. Παλ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐνέτης — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνέται — εὐνέτης masc nom/voc pl εὐνέτᾱͅ , εὐνέτης masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνέτην — εὐνέτης masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνέτου — εὐνέτης masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνέτα — εὐνέτᾱ , εὐνέτης masc nom/voc/acc dual εὐνέτης masc voc sg εὐνέτᾱ , εὐνέτης masc gen sg (doric aeolic) εὐνέτης masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνέταν — εὐνέτᾱν , εὐνέτης masc acc sg (epic doric aeolic) εὐνέτης masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνέτας — εὐνέτᾱς , εὐνέτης masc acc pl εὐνέτᾱς , εὐνέτης masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευνή — η (Α εὐνή, επικ. γεν. εν. και πληθ. εὐνῆφι, εὐνῆφιν) νεοελλ. ναυτ. μικρή άγκυρα τών ναρκών από σκυροκονίαμα ή από χυτοσίδηρο αρχ. 1. ο τόπος όπου κοιμάται κάποιος, το κρεβάτι, η κλίνη («ἔβη εἰς εὐνήν», Ομ. Οδ.) 2. το στρώμα (α. «λέχος πόρσυνε καὶ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.